κακομεταχειρίζομαι

κακομεταχειρίζομαι
1. μεταχειρίζομαι άσχημα κάποιον ή κάτι, φέρομαι σκληρά
2. φρ. «κακομεταχειρίζεται την αλήθεια» — διαστρεβλώνει την αλήθεια, ασεβεί προς την αλήθεια, ψεύδεται παραμορφώνοντας την πραγματικότητα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • κακομεταχειρίζομαι — κακομεταχειρίζομαι, κακομεταχειρίστηκα βλ. πίν. 34 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κακομεταχειρίζομαι — κακομεταχειρίστηκα, κακομεταχειρισμένος, μεταχειρίζομαι κάποιον άσχημα: Μην τα κακομεταχειρίζεσαι τα ζώα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ατέμβω — (Α) 1. κακομεταχειρίζομαι, στερώ 2. παθ. στερούμαι, χάνω 3. μέσ. επιπλήττω, κατακρίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Συνδέεται πιθ. με το αρχ. ινδ. dabhnόti «βλάπτω», dambhά , αρσ. «απάτη». Το α του ατέμβω πιθ. αθροιστικό ή επιτατικό. Το ρ. ατέμβω… …   Dictionary of Greek

  • παροινώ — έω ΜΑ [πάροινος] φέρομαι βίαια και υβριστικά κατά την οινοποσία (α. «μεθύων ἐπαρῴνει μάλιστα μὲν εἰς αὐτόν, εἶτα καὶ εἰς ἡμᾱς», Δημοσθ.) αρχ. 1. φέρομαι υβριστικά, προσβάλλω, κακομεταχειρίζομαι («οὐ μὴ εὕρης τοὺς ανθρώπους οἳ παροινήσουσιν εἰς… …   Dictionary of Greek

  • στέμβω — ΜΑ κινώ εδώ και εκεί, ανακινώ μσν. κακομεταχειρίζομαι, υβρίζω, χλευάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. στέ μ βω, όπως και οι τ. ἀ στε μ φής «στέρεος, αμετακίνητος», στέ μ φυλο* «πολτώδης μάζα που απομένει μετά τη σύνθλιψη σταφυλιών ή ελιών» και στό μ φος* / στό… …   Dictionary of Greek

  • αικίζω — αἰκίζω (Α) 1. κακομεταχειρίζομαι, κακοποιώ 2. (για θύελλα), καταστρέφω, αφανίζω, συντρίβω 3. μέσ. ό,τι και το ενεργ. 4. παθ. υφίσταμαι βασανιστήρια ή ταλαιπωρίες, βασανίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰκής, συνηρημ. τ. τού αϊκής*. ΠΑΡ. αἴκισμα, αἰκισμός] …   Dictionary of Greek

  • δυναστεύω — (AM δυναστεύω) [δυνάστης] μσν. νεοελλ. καταδυναστεύω, κυριαρχώ, δεσπόζω μσν. 1. πιέζω, εξαναγκάζω 2. βιάζω γυναίκα 3. βασανίζω, κακομεταχειρίζομαι 4. παίρνω με τη βία 5. συγκρατώ, εμποδίζω 6. (αμτβ.) προσπαθώ, βάζω τα δυνατά μου 7. (η μτχ. ενεστ …   Dictionary of Greek

  • ενίσσω — ἐνίσσω (Α) παράλλ. τ. τού ενίπτω* 1. επιπλήττω, ονειδίζω, προσβάλλω 2. κακομεταχειρίζομαι («ἀλλ ἔπεσίν τε κακοῑσιν ἐνίσσομεν ἠδὲ βολῆσιν» τόν προσβάλλαμε, τόν κακομεταχειριζόμαστε με κακούς και προσβλητικούς λόγους και χτυπήματα, Ομ. Οδ.).… …   Dictionary of Greek

  • κακ(ο)- — (AM κακ[ο] ) α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής. Τα σύνθετα στα οποία εμφανίζεται είναι στο σύνολό τους σχεδόν προσδιοριστικού τύπου (δηλ. το α συνθετικό προσδιορίζει το β , πρβλ. κακο μούτσουνος, κακο ντυμένος) με… …   Dictionary of Greek

  • κακομεταχείριση — η 1. κακή, βάναυση συμπεριφορά, σκληρός τρόπος 2. φρ. «κακομεταχείριση τής αλήθειας» διαστροφή τής αλήθειας, διαστρέβλωση τών γεγονότων. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακομεταχειρίζομαι. Η λ., στον λόγιο τ. κακομεταχείρισις, μαρτυρείται από το 1887 στον Μαργ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”